ΛΕΥΚΩΣΙΑ





Όταν οι δρόμοι της πόλης μου κόβονται με αλτ και συρματοπλέγματα
Με βαρέλια και σακιά γεμάτα άμμο
Οι δρόμοι εκείνοι που διέσχιζαν κάποτε οι γονείς μου παιδιά
Με τα ποδήλατα
Σε όλο τους το μήκος και το πλάτος


Όταν όπου βρεθώ μες στην πόλη μου
Και στρέψω προς τον κατεχόμενο βορρά τη θωριά μου
Και να θέλω να ξεχάσω δεν μπορώ
Μέρα-νύχτα ο Πενταδάκτυλος
–με τον Διγενή φιμωμένο και έγκλειστο
μες στο κελί των βαρβάρων–
Φωτισμένος και μη
Και με φόντο τη σημαία του κατακτητή
Μα και εκείνη του εγκάθετού του
Μου λέει και μου ξαναλέει:
«Τι ευτυχία το να μπορεί να λέει κάποιος ότι είναι Τούρκος»

Πληγή
Κακόφορμη
Πάνω στο χώμα του Ευαγόρα και του Πράξανδρου
Πάνω στα στήθια του Αυξεντίου και του Δράκου
Πάνω στην ψυχή των γονιών μου
Πάνω στην καρδιά των προγόνων μου
Πάνω στο σώμα και το αίμα το δικό μου
Που ανεβαίνει της μοίρας μου τον Γολγοθά
μα και του τόπου...


ν.Σ.

Popular Posts