Posts

Showing posts from October, 2015

Φευ!

Image
είν' δέντρα αναρίθμητα ανάμεσα στα πόδια μου
κορμοί βουτηγμένοι στο αίμα
λεπίδες τα φύλλα τους
τα κλαριά τους μαχαίρια
σκίουροι μικροί και μεγάλοι τα σκαρφαλώνουνε 
και κόκκινοι βάφονται 
μα δεν φτύνουν αίμα
κι εκεί ψηλά, ένα σμήνος κορακιών
σαν F16 του εχθρού 
γύρες φέρνει
πάνω απ’ τα πόδια μου
πάνω απ΄ τους κορμούς
κι απ' τα δέντρα
σκιαζόσουν τα νερά -τις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια
μη σου πνιγώ σκιαζόσουν με τις τσέπες μου κοτρώνες γεμάτες
η ψυχή να καταπιεί όλη τη θάλασσα
να σφαλίσουν τα μάτια
μα ψυχή, τα παραθύρια άνοιξε,
στην κάμαρα να μπουν τα ζιζάνια της καρδιάς μου
να 'χω λόγο που σα ζιζάνιο κι εγώ ζω 
μες στα λιβάδια τ' ουρανού 
και του κόσμου
κι εσύ 
να φύγεις, με πνίγεις 
ρόδο αμάραντο
εγώ δεν σ' αποζήτησα ποτές μου

ω μοναξιά, πώς τα τρως έτσι εσύ 
τα παιδιά σου
αργά και σταθερά
υπόκωφη η δαγκωματιά σου
κι εσύ 
να φύγεις, με πνίγεις
ρόδο αμάραντο
εγώ να μαραθώ πριν την ώρα μου θέλω

Σαν σήμερα, το 1854, γεννήθηκε ο Ρεμπώ!

Image
«Τον είπαν μυστικιστή, νεοχριστιανό, άθρησκο, αντάρτη, ακόμη και οργισμένο ή κομμουνιστή προτού υπάρξουν οι όροι. Τον είπαν δαίμονα ή άγγελο. Εδώ, σ' αυτό το τελευταίο, αν μπορούσαμε ν' αντικαταστήσουμε το διαζευτικό "ή" μ' ένα σκέτο "και", θ' αρχίζαμε να πλησιάζουμε την αλήθεια. - Μα είναι αντιφατικό. - Ε, ακριβώς γι' αυτό».
[Ο. Ελύτης για τον A. Rimbaud]





ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ

ΑΓΡΥΠΝΙΕΣ
Ι
Eίναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε πυρετός ούτε αδυναμία, πάνω στο κρεβάτι ή πάνω στο χωράφι. Είναι ο φίλος ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος. Είναι η αγαπημένη ούτε ενοχλητική ούτε ενοχλημένη. Η αγαπημένη. Ο αέρας και ο κόσμος που καθόλου δεν τον ψάξαμε. Η ζωή. - Ήταν λοιπόν αυτό; - Και το όνειρο φρεσκάρισε.



ΖΩΕΣ
Μέσα σ’ ένα αχυρώνα που κλείστηκα στα δώδεκα μου χρόνια γνώρισα τον κόσμο, εικονογράφησα την ανθρώπινη κωμωδία. Μέσα σ’ ένα κελάρι έμαθα την ιστορία. Σε κάποια νυχτερινή γιορτή σε μια πόλη του Βορά συνάντησα όλες τις γυναίκες των αρχαίων ζωγράφων. Μέσα σ’ ένα γέρικο πέ…

Αφιέρωση ~Μανώλης Αναγνωστάκης

Image
MAΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν
Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν
Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε
Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε
Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.


Στον βυθό σου

Image
Με φώναξε η θάλασσα  να ενωθώ με τ' αλμυρό νερό της. Κι εγώ της είπα: "Μα Θάλασσα, κυρά μου Θάλασσα,  εσένα δεν σε κολακεύει το σκοτάδι.  Το φως μονάχα. Μοναχά το φως! Να, την ψυχούλα πάρε 
-με το νερό σου ένα να γίνει το αλμυρό- του πιο αδύναμου στην πλάσηζώου. Εμένα η ψυχή μου τη θέση της έχει  κρατημένη στον βυθό σου. 
Το φως, το φως, επέλεξε, Θάλασσα, για τ' αλμυρό νερό σου"!




ν.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΜΑΝΑ!

Image
στην Μητέρα μου

            για τα γενέθλιά της

Ο στίχος απ΄ το ποίημα
εκείνος ο μοναδικός
που μ' ένα απλό του άγγιγμα
και απαλό τόσο
όσο το πούπουλο
τη δύναμη έχει
μια νεκρή να αναστήσει
καρδιά
Να κατέβει στον Άδη
-αψηφώντας χάροντες και δαιμόνους
όφεις και όρνεα φρικιαστικά-
να την κλέψει και
να την επαναφέρει
στη ζωή
Και από αίμα πλήρης να
κτυπάει σαν
και πρώτα
ζωντανή

Ε, τούτος ο στίχος
ο ένας
ο μοναδικός
είναι η Μάνα...




ν.Σ

Το θάμα

Image
Τα ψάρια  με τα οποία γέμισε ο Κύριος  -το θάμα Του ποιώντας- τα άδεια τα καλάθια των άτυχων ψαράδων εν τέλει δεν φαγώθηκαν Ξέμειναν στην στεριά με τους αλαλαγμούς τους τους βουβούς στην βραγχιακή εγκλωβισμένους τη φαρέτρα να κουβαλάν' και 'κείνα σαν τον Κύριό τους  στις πλάτες  τον σταυρό τους
σπαρταρώντας  μα ζώντα:

και τούτο είναι το θάμα




ν.

Καλό μήνα Οκτώβριο κι ευλογημένο!

Image
Αγαπητέ μου Οκτώβριε, ειλικρινά δεν ξέρω να σου πω  αν μήνας καλός ή κακός είσαι. Ξέρω μονάχα πως κι εσείς οι μήνες -όπως κι εμείς οι άνθρωποι- έχετε και το φως και το σκοτάδι σας. Κάμε φέτος, λοιπόν, -ήτοι από σήμερις πρωτομηνιά σου- φεγγάρι να γίνεις  που την ολόφωτη να μας χαρίζεις όψη σου, κει πίσω κρυμμένη να μείνει η άλλη η όψη σου η σκοτεινή, να μην την βλέπουμε, να μην μας βλέπει.

Μες στα σκοτάδια μας, μήνα Οκτώβριε, ανάγκη έχουμε  ένα φεγγάρι να φέγγει.

Και πού 'σαι, φεγγάρι φρόντισε να γίνεις ολόγιομο, το φως σου για όλους να φτάσει

-και για τα σκώληκες ακόμα εκείνους που με το δικό μας το σκότος το  αέναο την πείνα τους χορταίνουν…







ν.