Wednesday, January 4, 2017

Ο λύκος της ψυχής μου










Άνοιξα τις πόρτες μου και βγήκε ο λύκος της ψυχής μου
Από τη χώρα μου
την κοιλιακή
Τα δέντρα θέση δεν έχουν σε τούτη τη χώρα τα αυτοκίνητα ντύνονται κορμοί και κοροϊδεύουν τον Πλάστη
Και τα πλαστικά ο πλάστης τα ‘φτιαξε
Ο άνθρωπος δεν είναι γιος του;
Θα κλείσω τις πόρτες αλλά ο λύκος θα μπει απ’ το στομάχι μου
Μην με θυμώσεις γιατί τα δόντια που θα σου δείξω δεν θα ‘ναι τα δικά μου
Θα ‘ναι του λύκου που έχω στο στομάχι μου






ν.Σ

[ πειραματιζόμενη με την αυτόματη γραφή ;) ]

Το σπίτι που γεννήθηκα, Ι. ~Υβ Μπονφουά








YVES BONNEFOY

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Ι.
Ξύπνησα, το σπίτι ήταν που γεννήθηκα,
Της θάλασσας ξέσπαγε ο αφρός πάνω στα βράχια,
Πουλί στον ουρανό κανένα, μονάχος ο αγέρας ν’ ανοίγει το κύμα και να το σφαλνά,
Η μυρωδιά, ολούθε στον ορίζοντα, της
Στάχτης, σάμπως κι οι λόφοι κρύβανε μία φωτιά
Που κάπου αλλού ένα σύμπαν έκαιγε άλλο.
Πέρασα στη βεράντα, ήταν στρωμένο το τραπέζι,
Το νερό στου τραπεζιού εχτύπαγε τα πόδια, στον μπουφέ.
Ωστόσο, έπρεπε να εισέλθει, η δίχως πρόσωπο εκείνη
Που γνώριζα πως τράνταζε την πόρτα
Του διαδρόμου, απ’ τη μεριά της ερεβώδους σκάλας, μάταια όμως,
Τόσο ψηλά είχε ήδη φτάσει το νερό μέσα στη σάλα.
Έπιασα το χερούλι, που μου αντιστεκόταν,
Και ν’ ακούσω σχεδόν μπόραγα την οχλοβοή από την άλλη όχθη,
Κείνα τα γέλια των παιδιών μες στο ψηλό χορτάρι,
Τα παιγνίδια εκείνα των άλλων, πάντα οι άλλοι, μες στις χαρές τους.



Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

Sunday, December 11, 2016

Welcome to Gibraltar!










Έχετε δει την ταινία με τον «καλό Γορίλα»; Ναι, τον γλυκό και καλό εκείνο γορίλα του βουνού, που ‘χε αναπτύξει φιλίες με τους γείτονές του, την κλασική αμερικάνικη οικογένεια με τα δυο παιδιά που ζούσε στα μέρη του μες στο δάσος; Ε, κάπως έτσι θα ‘ναι φαντάζομαι και μ’ όσους κατοικούν στου Γιβραλτάρ τον Βράχο. Βέβαια, εκείνοι δεν έχουν γείτονες γορίλες, αλλά μακάκους. Κι απ’ όσο ξέρω, δεν τα ‘χουνε και όλοι τους τόσο καλά με το σύνοικό τους είδος. Άλλοι, πιο χαλαροί κι όχι παθόντες μάλλον, απλώς το διασκεδάζουν, κι άλλοι απλώς αποτελούν το αντικείμενο διασκέδασης των πονηρών τούτων αποίκων, που χαίρονται έτσι όπως τσαντίζουν τους ανθρώπους άμα τους κλέβουν το σοκολατένιο κέικ τους από τον πάγκο της κουζίνας (μα, ναι, έχουν μιαν ιδιαίτερη αδυναμία στη σοκολάτα και στις λιχουδιές παντός είδους οι λεγάμενοι!) ή απ’ την απλώστρα τα φρεσκοπλυμένα ρούχα τους. Ή άμα μπαίνουν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο και την αράζουν στον καναπέ, κύριοι, αραχτοί και λάιτ, σαν τίποτα να μην συμβαίνει!

Όταν επισκέφτηκα πριν κάποια χρόνια το Γιβραλτάρ, κείνο που μου ‘κλεψε την προσοχή δεν ήταν το πόσο «Αγγλία» ήτανε, ούτε οι άνθρωποί του, μήτε το ιδιαίτερο και εντυπωσιακό τοπίο του Βράχου (που όντως με εντυπωσίασε). Ήτανε βασικά οι μαϊμούδες κάτοικοι του βράχου! Είχα πάει ενημερωμένη, βέβαια, μα δεν γνώριζα πως θα ‘χαν τόση πλάκα. Ανεβαίναμε τον βράχο με το μίνι λεωφορείο μας, ενώ ο Γιβραλταριανός οδηγός (μισός Βρετανός, μισός αυτόχθων) μάς ενημέρωνε σχετικά με την γνωριμία μας με το εν λόγω είδος (καμιά 230ριά νοματαίοι στο σύνολο, και το μόνο άγριο είδος που ζει ελεύθερο σε όλη την Ευρώπη). Όσο προχωρούσαμε προς την κορφή του βράχου, να σου και οι πρώτοι μακάκοι δεξιά κι αριστερά του δρόμου να μας χαιρετάνε. Και όταν πια σταματήσαμε, να σου και δυο-τρεις με ένα σάλτο στην οροφή του αυτοκινήτου. Τώρα αν την βουλώσανε ή όχι, εγώ πού να το ξέρω! Ευτυχώς, ο οδηγός μάς είχε ήδη ενημερώσει για τη λατρεία που έχουν προς τις κάμερες και τις γυναικείες τσάντες, τις οποίες και κλέβουν απ’ τους τουρίστες με τα τσαλίμια και τ’ άλλα ινδιάνικα κολπάκια τους. Κι άντε μετά εσύ, να βρεις αυτούς και μαζί την κάμερά σου! Εντάξει, καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κατοικούν στον βράχο, έχουν κι αυτοί τα δίκια τους που δυσανασχετούν με τις απρόσμενες μαϊμουδοβίζιτες και τις ατασθαλίες τους. Αλλά, πιστέψτε με, είναι συμπαθητικά πλάσματα (εμ, πώς φαίνεται πως δεν τα έχω ζήσει!) κι έχουνε και πολλή πλάκα. Προχώραγαν οι μεγάλοι, και τα μαϊμουδάκια ξωπίσω να ακολουθάνε. Και, ξάφνου, βλέπω και μια μάνα μαϊμού να έχει πλάι της το μικρό και με τα δυο της χέρια να του καθαρίζει το τοσοδούλικό του σωματάκι. Κι ήταν σαν άνθρωπος κείνη η μάνα, μα το θεό! Εικόνα που δεν θα ξεχάσω! Όπως και να το κάνουμε, πάντως, ευτυχώς που δεν είχα την τύχη της τουρίστριας εκείνης που, καθώς λιαζότανε ανέμελη στην πισίνα του ξενοδοχείου, ένας μακάκος τής άρπαξε το τοπ απ’ το μαγιό κι έγινε Λούης, μην τον είδατε τον… μακάκο!

Κι έχω κι εγώ εδώ, ετούτη τη στιγμή, την λούτρινη μαϊμού που είχα φέρει τότε σουβενίρ από του Γιβραλτάρ τον Βράχο, να μου χαμογελά και, μ’ ένα πάτημα στο στήθος, να μου λέει σε άπταιστα αγγλικά: «Welcome to Gibraltar!»



Nicole Si





Tuesday, October 25, 2016

Κι αν παραμένει κάτι...








ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ



Κι αν παραμένει κάτι
Άλλο από ‘ναν άνεμο, έναν ύφαλο, μια θάλασσα,
Το ξέρω πως εσύ θα ‘σαι, και νύχτα ακόμη,
Η ποντισμένη άγκυρα, τα τρικλίζοντα βήματα στην άμμο,
Και τα συναγμένα ξύλα, κι η σπίθα
Κάτω απ’ τα νωπά κλαριά, και, μες στην εναγώνια
Προσμονή της φλόγας που διστάζει,
Ο πρώτος λόγος μετά τη μακρά σιωπή,
Η πρώτη που παίρνει φωτιά μες
στα βάθη του αποθανόντος κόσμου.



Απόσπασμα
Καμπύλες Σανίδες, 2001



Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

Thursday, August 18, 2016

Σας χαιρετώ, πώς είστε; ~Τσαρλς Μπουκόβσκι









CHARLES BUKOWSKI


ΣΑΣ ΧΑΙΡΕΤΩ! ΠΩΣ ΕΙΣΤΕ;

τούτος ο φόβος μην είν’ αυτό που στ’ αλήθεια είναι:
νεκροί.

τουλάχιστον δεν είναι έξω στους δρόμους,
φροντίζουν να μένουν εντός, εκείνοι
οι τρελοί με τα ωχρά πρόσωπα που
στήνονται μονάχοι μπρος στις τηλεοράσεις τους,
οι ζωές τους κατάφορτες μ’ ένα κονσερβοποιημένο, κουτσουρεμένο γέλιο.

η ιδανική τους γειτονιά
με τα σταθμευμένα αυτοκίνητα
τους κηπίσκους με τα καταπράσινα γρασίδια
τα σπιτάκια
τις πορτούλες που ανοιγοκλείνουν
κατά τις βίζιτες των συγγενών
την περίοδο των εορτών
οι πόρτες να κλείνουν
πίσω απ’ τους ψυχορραγούντες που αργοπεθαίνουν
πίσω απ’ τους νεκρούς που είν’ ακόμα ζωντανοί
στην ήσυχη τη μέτρια γειτονιά σας
των ελικόμορφων δρόμων
της αγωνίας
της σύγχυσης
του τρόμου
του φόβου
της άγνοιας.

ένα σκυλί κάθεται όρθιο πίσω από ‘να φράχτη.

ένας άνδρας σιωπηλός μπρος στο παράθυρο.




Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

 Α' Δημοσίευση: Περιοδικό Θράκα http://www.thraca.gr/2016/06/charles-bukowski-3.html

Monday, August 15, 2016

Credo ~Λουί Αραγκόν










LOUIS ARAGON

CREDO
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω στο άρωμα
Όπως πιστεύω στου πουλιού το λάλημα μες στο σκοτάδι
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω στη θάλασσα
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω στο ανοιγμένο
του μεσονυκτίου τριαντάφυλλο
Πιστεύω σ’ εσένα μόνο πάνω στου κόσμου το αέτωμα
Εκεί όπου ο ήλιος γίνεται πάγος
Και φωτιά ο αέρας
Πιστεύω σ’ εσένα μόνο στον ορίζοντα του ανθρώπου
Σε πιστεύω και όσο ανασαίνω εσένα θα πιστεύω
Θα σε πιστεύω
Στη σκοτοδίνη στον ίλιγγο στην πτώση
Και στου εαυτού μου την εκμηδένιση
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω στη ζωή
Κι ενώ ο κόσμος πιστεύει στη στιγμή του θανάτου
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα χωρίς από πουθενά να κρατιέμαι
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα στην απουσία μέσα και στον ύπνο
Ω μανόλια, της αγρυπνίας μου μανόλια εσύ
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα μέσα στην οχλοβοή και μες στην
άκρα ησυχία
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα μέσα στον πόνο
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω στης ύπαρξης τον
έλεγχο και την απόδειξη
Όπως πιστεύω στου αποχαιρετισμού τον σπαραγμό
Εγώ πιστεύω σ’ εσένα πιο πολύ κι απ’ ό,τι στον ίσκιο μου
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύω και στ’ ότι το μαύρο νερό
κάνει χρυσές ανταύγειες
Όπως πιστεύω στη σκόνη των γυμνών πελμάτων
Πιστεύω σ’ εσένα όπως πιστεύει στη βροχή η έρημος
Όπως πιστεύει η μοναξιά στους εναγκαλισμούς
Όπως πιστεύει στο αφτί η φωνή η κραυγή ο ήχος.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Ένα παιδί μού είχε πει ~Αλαίν Μποσκέ









ALAIN BOSQUET (1919-1998)



ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ

Ένα παιδί μού είχε πει:
«Η πέτρα είναι βάτραχος που έχει κοιμηθεί».
Ένα άλλο παιδί μού είχε πει:
«Ο ουρανός είναι μετάξι ντελικάτο πολύ».
Ένα τρίτο παιδί μού είχε πει:
«Ο ωκεανός, άμα φοβάται, φωνασκεί».
Δεν λέω τίποτα, μόνο μειδίαμα στα χείλη ελαφρύ.
Του παιδιού τ’ ονείρατο νόμος εστί.
Κι ύστερα, γνωρίζω πως η πέτρα
Είν’ όντως ένας βάτραχος,
Μα αντί να κοιμάται
Με κοιτάει ξάγρυπνος.





Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος





Alain Bosquet (1919-1998)


Friday, August 12, 2016

Ρώτα με ~William Stafford









ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΤΑΦΟΡΝΤ


ΡΩΤΑ ΜΕ 

Κάποια στιγμή σα θα ‘χει παγώσει το ποτάμι ρώτα με 
για λάθη που ‘χω κάνει. Ρώτα με αν 
ό,τι έχω κάνει στη ζωή είναι κι η ίδια η ζωή μου. Κάποιοι 
με βήμα αργό εισχώρησαν στη σκέψη μου, κι άλλοι
είτε γιατρειά είτε πληγή προσπάθησαν σε μένα
να χαρίσουν: ρώτα με τι διαφορά έκανε 
η πιο δυνατή αγάπη τους ή το σφοδρότερό τους μίσος.

Θ’ ακούσω ό,τι έχεις να μου πεις.
Μπορούμε να στρέψουμε μαζί το βλέμμα
στ’ αμίλητο ποτάμι περιμένοντας. Ξέρουμε
πως το ρεύμα είναι εκεί, κρυμμένο· όπως και ένα
συνεχές πήγαινε-έλα από μίλια μακριά που
συγκρατεί την ηρεμία του νερού εδώ ακριβώς μπροστά μας.
Ό,τι λέει το ποτάμι, τούτο λέω και εγώ.






Επίμετρο:

Ο Ουίλιαμ Στάφορντ (Κάνσας, 1914 – Όρεγκον, 1993) ήταν Αμερικανός ποιητής, πατέρας του επίσης ποιητή και δοκιμιογράφου Κιμ Στάφορντ. Καταγόμενος από εύπορη οικογένεια, είχε πασιφιστική δράση και ήταν «ένας εκ των ήσυχων της γης», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του. Δίδασκε στο Lewis & Clark College του Όρεγκον έως και την συνταξιοδότησή του το 1980 και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή σε ηλικία 48 χρόνων, η οποία και του χάρισε το 1963 το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για την Ποίηση. Έκτοτε, ακολούθησε μια πληθώρα ποιητικών συλλογών (γύρω στους 65 τόμους ποιητικού και πεζού λόγου), διακρίσεων και βραβείων. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστική η ανεξαρτησία που διέκρινε τον βίο του από τις όποιες κοινωνικές και λογοτεχνικές προσδοκίες. Τα ποιήματά του είναι σύντομα κι ο λόγος του ήπια εκπεφρασμένος η ποίηση του εκπέμπει μιαν ηρεμία σαν απόρροια διαλογισμού. Η γλώσσα του, όπως και η ποίησή του, είναι απατηλά απλή –ήτοι φαινομενικά μόνον. Χαρακτηριστική είναι, επίσης, και η μοναδικής τεχνοτροπίας σύνθεση του λόγου του. Η ποίησή του αποτελεί για τον αναγνώστη μιαν ιδιαίτερα ξεχωριστή οδό προς στην καρδιά του κόσμου. Τα περισσότερα ποιήματά του λαμβάνουν χώρα στις όχθες ενός ποταμού, στην πλαγιά ενός βουνού, στην άκρη του δρόμου ή δίπλα σε μια έξοδο. Δεν έπαψε ποτέ να γυρίζει, με όλες τις αισθήσεις του, πίσω στην σύνδεσή του με τόπους και χρόνους μακρινούς: τα σύνορα των παιδικών του χρόνων κι η έρημη απεραντοσύνη της ιθαγενούς Αμερικής. Έγραφε καθημερινά, και το ημερολόγιό του έφτασε εν τέλει τις 20,000 σελίδες. Στα 79 του χρόνια, τον πρόδωσε η καρδιά. Το πρωινό της ημέρας του θανάτου του, είχε γράψει ένα ποίημα με τον εξής χαρακτηριστικό στίχο: «‘Δεν έχεις ν’ αποδείξεις τίποτα’, είπε η μάνα μου, ‘να ‘σαι μονάχα έτοιμος για ό,τι σου στείλει ο Θεός’».




Μετάφραση-επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Α' δημοσίευση: Περιοδικό Θράκα http://www.thraca.gr/2016/06/blog-post_37.html

Saturday, July 23, 2016

Τι μπορούν να μας διδάξουν τα ζώα για τον θάνατο ~Λίντα Μπέντερ








Τι Μπορούν Να Μας Διδάξουν Τα Ζώα Για Τον Θάνατο 
της Λίντα Μπέντερ (c)
 


Τα ζώα δεν γνωρίζουν κάτι περισσότερο από εμάς σχετικά με το τι ακριβώς συμβαίνει μετά θάνατον.

Στην απουσία σαφούς γνώσεως, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να έχουν εμπιστοσύνη. Εμπιστεύονται τον θάνατο κατά τον ίδιο τρόπο που εμπιστεύονται και τη ζωή: ως συμμετοχή στην Πηγή. Πιστεύουν πως ό,τι και να συμβαίνει μετά θάνατον, πρέπει να είναι εν τάξει, δεδομένου ότι εν τάξει είναι κι ό,τι συμβαίνει τώρα εν ζωή

Δεν υπάρχει τίποτα στη συνείδηση των ζώων που να ανταποκρίνεται στον διαχωρισμό που επιτελεί η ανθρώπινη συνείδηση ανάμεσα στο θνητό και το αιώνιο. Τα ζώα βιώνουν την αιώνια ζωή εντός της θνητής ζωής τους.

Ο θάνατος είναι κι αυτός μια έκφραση ζωής, και η ζωή δεν είναι παρά μια έκφραση της Πηγής.

Η Πηγή βρίσκεται εντός τους, μα και παντού γύρω τους. Είναι το υλικό από το οποίο είναι καμωμένα όπως και καθετί άλλο στον κόσμο τούτο. Η σκέψη πως όλο αυτό θα μπορούσε κάποτε να χαθεί, ή πως θα μπορούσε ποτέ να διακοπεί η σύνδεση που έχουνε μαζί του, είναι άνευ νοήματος για εκείνα.

Δεν θα 'ξεραν πώς να φανταστούν κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν το επιχειρούσαν.

Εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να το φανταστούμε και μόνο κοιτάζοντας τον εαυτό μας απ’ έξω, πρακτική που συνηθίζουμε άλλωστε. Αν κοιτάξει κανείς το εξωτερικό περίβλημα του εαυτού του, δεν μπορεί παρά να είναι σίγουρος πως ό,τι βλέπει δεν πρόκειται να διαρκέσει για πάντα. Και, πράγματι, η φθορά είναι ήδη εν εξελίξει. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να στεκόμαστε έξω από τον εαυτό μας και να τον βλέπουμε σαν αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να φοβόμαστε τον θάνατο.

Το άφθαρτο μέρος τού είναι μας δύναται να βιωθεί μονάχα όταν κοιτάμε τον εαυτό μας εκ των έσω.

Για να πάρετε μια ιδέα του τι εστί ζωική συνείδηση, μπορείτε να δοκιμάσετε την ακόλουθη απλή άσκηση. Κλείστε τα μάτια σας για μια στιγμή και επικεντρώστε την προσοχή σας στον έσω εαυτό σας. Νιώστε τον ρυθμό της ανάσας σας αλλά και κάθε άλλη αίσθηση που συντελείται στο σώμα σας τη στιγμή εκείνη. Έπειτα ανοίξτε τα μάτια σας. Κοιτάχτε τον κόσμο έξω. Κι αφήστε τα μάτια σας να απορροφήσουν καθετί που αντικρίζουνε.

Βιώστε την πρώτη έκλαμψη προσοχής -της γνήσιας εκείνης προσοχής που υφίσταται προτού καν μπείτε στη διαδικασία να ονοματίσετε όλα όσα αντιλαμβανόσαστε ή να σχηματίσετε για αυτά τις όποιες ιδέες και σκέψεις.

Η προσοχή δεν είναι τα μάτια που αντιλαμβάνονται, ούτε καν το μυαλό που λαμβάνει τις εντυπώσεις που εισπράττονται από τα μάτια σας. Είναι ο μηχανισμός εκείνος που παρατηρεί τις ενέργειες των ματιών και του μυαλού. Η προσοχή είστε εσείς. Δεν έχει δικό της περιεχόμενο, εντούτοις είναι τόσο μοναδική όσο κι ένα δακτυλικό αποτύπωμα. Είναι το μέρος εκείνο τού είναι σας που είναι άφθαρτο. Ο θάνατος δεν ακυρώνει, ούτε για μια στιγμή, την ύπαρξή της. Ο θάνατος αποτελεί απλώς το γεγονός που εκείνη θα παρατηρήσει.

Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης έκλεισε την περίφημη Προσευχή του για την Ειρήνη με την εξής φράση, «Μόνον αποθνήσκοντας ευρίσκει κανείς την αιώνια ζωή». Η συμβατική ερμηνεία αυτής της φράσης είναι πως ο θάνατος είναι η μόνη οδός για τον παράδεισο, πως η αιώνια ζωή ξεκινά μονάχα με τον θάνατο. Ωστόσο, στο εξίσου περίφημο ποίημά του «Ο Ύμνος στον Ήλιο», ο Άγιος συμπεριλαμβάνει και τον «Αδελφό Θάνατο» ανάμεσα στις δυνάμεις της ζωής που χαιρετίζει ως αδελφούς και αδελφές του: τον ήλιο, τη σελήνη και τ' αστέρια, τη γη, τον άνεμο, τη φωτιά και το νερό.

Εξυμνεί τον Αδελφό Θάνατο ως κάποιον με τον οποίον αισθάνεται ήδη οικεία. Αγαπά τον Αδελφό Θάνατο γιατί τον έχει ήδη φέρει σε επαφή με την αιώνια ζωή: αυτό που τα ζώα (και εγώ) αποκαλούν «Πηγή». Ο Άγιος Φραγκίσκος δεν ανησυχούσε για τον θάνατό του, διότι είχε συμφιλιωθεί με τη διαδικασία του θανάτου, η οποία και ήταν ήδη σε εξέλιξη.

Ο φόβος του θανάτου δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ο φόβος της απώλειας ελέγχου συνεπώς, συναντάμε τον Αδελφό Θάνατο σε οτιδήποτε θα θέλαμε να ελέγχουμε και δεν μπορούμε.

Κάνει αισθητή την παρουσία του στις απώλειες, στις αποτυχίες, στις απογοητεύσεις και στις σκοτούρες της καθημερινής ζωής μας. Είναι εκεί, παρών, όταν απολέσουμε ένα κόσμημα αγαπημένο, εκεί όταν η τηλεόρασή μας σταματήσει άξαφνα να λειτουργεί, εκεί κι όταν το μπάρμπεκιού μας διακοπεί απ' τη βροχή, εκεί κι όταν αντιληφθούμε πως οι δέκα λίρες για την απώλεια των οποίων κάναμε τόσο κόπο, γύρισαν πάλι πίσω. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε στα ελάσσονος σημασίας αυτά πισωγυρίσματα αντικατοπτρίζει το επίπεδο της σχέσης που έχουμε μαζί του, τη δεδομένη στιγμή.

Πώς αισθάνεστε όταν σας συμβαίνουν γεγονότα τέτοιους είδους; Πού καταλήγετε; Κατηγορείτε τον εαυτό σας; Κατηγορείτε τους άλλους; Εντείνετε μήπως τις προσπάθειές σας έτσι ώστε να μην επαναληφθούν τέτοιες καταστάσεις στο μέλλον;

Το πιθανότερο είναι να αντιδράσετε στο ενδεχόμενο ενός φυσικού θανάτου με τα ίδια συναισθήματα, τα ίδια συμπεράσματα αλλά και με τους ίδιους τρόπους αντιμετώπισης.

Όπως διδάσκει ο Άγιος Φραγκίσκος, μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τον Αδελφό Θάνατο εξοικειώνοντας τον εαυτό μας με τους μικρούς θανάτους που συμβαίνουν καθημερινά στη ζωή μας.

Ο καθένας από αυτούς αποτελεί και μια υπενθύμιση πως ό,τι πιστεύετε πως έχετε καταφέρει, δεν διαρκεί για πάντα, και πως ακόμα κι όταν πάρετε αυτό που θέλετε, δεν μπορείτε να το 'χετε για πάντα. Θα φτάσετε στο σημείο να θεωρήσετε τις υπενθυμίσεις τούτες ως πραγματικά πολύτιμες, γιατί όταν με ευγνωμοσύνη τις εμπιστευτείτε, θα σας επαναφέρουν στην σύνδεσή σας με την Πηγή.

Οτιδήποτε χάνετε σε τούτη τη ζωή, σας οδηγεί στο μέρος εκείνο που δεν μπορείτε να χάσετε ποτέ: ήταν, είναι και θα είναι εσαεί δικό σας.









Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος